~Ο γανωτής
Γανωτής ή καλαντζής: Ήταν από τα επαγγέλματα που δεν ασκούνταν από Οξυώτες, αλλά από περαστικούς επαγγελματίες. Περιοδικά, έρχονταν στο χωριό και έστηναν το πρόχειρο εργαστήριό τους στο σπίτι κάποιου χωριανού μας, ανά συνοικισμό.Τα παλιά χάλκινα (μπακιρένια) οικιακά σκεύη, (ταψιά, καζάνια, κατσαρόλες, μπακράτσια,κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι - κασσίτερο). Έτσι προστατεύονταν από τα δηλητηριώδη οξείδια του χαλκού.
Οι καλαντζήδες είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου. Στα παλαιότερα χρόνια, η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι) και στα νεότερα σε χρήματα. Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ' όλη την επιφάνεια του σκεύους μ' ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Στο τέλος, το σκούπιζαν με καθαρό βαμβακερό ύφασμα για να γυαλίσει
~Ο ράφτης
Η ραπτική και η υφαντουργία ήταν οικιακές ασχολίες, ιδιαίτερα των γυναικών που έφτιαχναν τα βασικά είδη ρουχισμού. Εδώ, υπήρχαν πολλοί επαγγελματίες ράφτες που ειδικεύονταν στην κατασκευή συγκεκριμένων ειδών εγχώριων ενδυμάτων, από τσόχα ή υφαντό και τα έρραβαν με μεταξωτή κλωστή (μπρισίμι), διακοσμώντας τα με γαϊτάνια, με κεντήματα και κουμπιά. Εκτός του ράφτη, γενικά, υπήρχε παλιά και ο καποράφτης, για τα χοντρά μάλλινα υφάσματα. Η καποραπτική ήταν η τεχνική ραψίματος του υφαντού, με πρώτη ύλη το τραγόμαλλο, που κάλυπτε τις ενδυματολογικές ανάγκες του ποιμενικού κόσμου, ορεινών αλλά και πεδινών περιοχών, (των κλεφτών παλαιότερα, κ.ο.κ.). Παράλληλα, υπήρχαν και οι γυναίκες (μοδίστρες) για το ράψιμο των γυναικείων ενδυμάτων.
Σπουδαίος ράφτης και καποράφτης στο χωριό υπήρξε ο Βαγγέλης Δ. Γκέκας, (γνωστός ως Βαγγέλης του Μητράκου).
~Ο μυλωνάς
Η καλλιέργεια σιτηρών ήταν πολύ διαδεδομένη μέχρι το 17ο αιώνα, ενώ στη συνέχεια περιορίστηκε σημαντικά. Οι άνθρωποι παλαιότερα φρόντιζαν δυο φορές το χρόνο - φθινόπωρο & άνοιξη - για το άλεσμα του σιταριού και του καλαμποκιού. Μετέφεραν τα τσουβάλια το πρωί στο μύλο για άλεσμα και επέστρεφαν το βράδυ. Ο μύλος ήταν συνήθως το σπίτι του μυλωνά, ο οποίος σε περιόδους αιχμής δούλευε μέρα νύχτα. Κάτω από τις μυλόπετρες υπήρχε ένας μικρός χώρος, όπου ήταν εγκατεστημένος ο κινητός μηχανισμός, όπου έπεφτε από τον κάναλο το νερό και τον περιέστρεφε. Ο αλεστικός μηχανισμός είχε δύο οριζόντιες κυλινδρικές μυλόπετρες, τη μια πάνω στην άλλη, με την κάτω ακίνητη. Το σιτάρι διοχετεύονταν ανάμεσά τους από μια τρύπα στο κέντρο της επάνω περιστρεφόμενης πέτρας. Με την κίνηση το σιτάρι ή το καλαμπόκι συνθλιβόταν ανάμεσα στις πέτρες και μετατρεπόταν σε αλεύρι. Ως αμοιβή του ο μυλωνάς κράταγε λίγο από το αλεύρι (ξάι) και σπάνια έπαιρνε χρήματα.
Οι γνωστότεροι μυλωνάδες του χωριού μας ήταν: ο Βάϊος Γκαραβέλας, ο Δημήτρης Γκαραβέλας, ο Λάμπρος Μαγαλιός, ο Ηλίας Σερίφης και ο Γιάννης Πάνος.
~Ο πεταλωτής
Ο άνθρωπος που πετάλωνε (καλίγωνε ή καλίβωνε) τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια. Ήταν αρκετοί αυτοί που γνώριζαν τα μυστικά του πεταλώματος. Τα πέταλα είναι τα παπούτσια των ζώων, που τα τοποθετούν στις οπλές τους, για να μη φθείρονται και να διατηρούν τα ζώα την ισορροπία τους κατά τις μεταφορές, και να μη γλιστράνε. Οι πεταλωτές παλαιότερα ήταν περιζήτητοι, καθώς μέχρι τη δεκαετία του '60 όλες σχεδόν οι μετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα.
Το πετάλωμα ή καλίγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε έξι μήνες, περίπου, ή όταν παρουσιαζόταν ανάγκη. Έβγαζε ο πεταλωτής με την τανάλια τα παλιά πέταλα και τα καρφιά, καθάριζε το νύχι, το έστρωνε με τη φαλτσέτα, ώστε να εφαρμόζει καλά το πέταλο και ύστερα το κάρφωνε, προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος της οπλής για να μην πληγωθεί το πόδι. Το πέταλο, πριν το φορέσει, το γύριζε στην άκρη και όταν τέλειωνε το πετάλωμα, έκοβε το νύχι περιμετρικά του πετάλου, για να φαίνεται περιποιημένο.
Τα καρφιά είχαν μεγάλο κωνοειδές κεφάλι για να προεξέχουν, ώστε να μη γλιστράει το ζώο. Τα πέταλα κατασκευάζονταν από σίδερο και ήταν σε διάφορα μεγέθη, ανάλογα με το μέγεθος της οπλής του ζώου. Για την εργασία αυτή απαραίτητα εργαλεία ήταν: η τανάλια, το σφυρί, η φαλτσέτα και ένα μικρό αμόνι.
~Ο αγωγιάτης
Αγωγιάτης (Κιρατζής): Ο αγωγιάτης είναι επάγγελμα που το συναντάμε προπολεμικά στα χωριά της ορεινής Ελλάδας και οπωσδήποτε στο χωριό μας.
Λόγω των μεγάλων αποστάσεων μεταξύ των οικισμών, η μετακίνηση των ανθρώπων και η διακίνηση των προϊόντων με τα ζώα ήταν ο κυρίαρχος τρόπος μεταφοράς. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ταξιδιώτες, ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας, κυρίως δε μετέφεραν δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι) για τον ανεφοδιασμό των κατοίκων των απομακρυσμένων χωριών. Η αμοιβή του "αγωγιάτη" ήταν σχετικά καλή για κείνα τα χρόνια, όμως η δουλειά ήταν δύσκολη και εξαντλητική.
Αγωγιάτες στο χωριό μας ήταν τότε κυρίως οι: Αποστόλης Ευαγγελάκης, Κώστας Ν. Κωνσταντάκης, Κώστας Η. Βούζας. Ως υποαπασχολούμενοι, βέβαια, υπήρχαν και άλλοι στο χωριό.